Μέρα λιόχαρη, σκιά μου απόμερη σημασία δε σου δίνουνε οι πρόσκαιροι,
οι ωραιόπαθοι αρχίσαν τα τρεχάματα κομπογιαννίτες για γέλια και για κλάματα·
Σκουλικαντέρες κρυμμένες πίσω από τα χάχανα παραβγαίνουν προς το φως σιγά τα λάχανα,
στήνονται κάλπες δίπλα στου λαού το νύσταγμα, δημοκρατία το ανήθικον μας δίδαγμα.
Σειρά του νέου επιγόνου, του παραχαϊδεμένου, του πολυαφηρημένου και του απαλλαγμένου,
των γονικών αμαρτιών κι ευθυνών του όχλου η λησμονιά ατραπός των πληρωτών·
στέκουν οι ψοφιμοφάγοι ξανά στις πολεμίστρες κι ο φόβος κρύβει τα βελόνια πάνω στις κουβαρίστρες.
Μα στην αρματοθήκη μου πίσω απ' το ρεζιλίκι μου έχω ένα όχι να το ζώσω φυσεκλίκι μου·
ίσως η μόνη πολιτική μου πράξη γιατί ίδια γεύση έχει η μπουκιά στόμα αν αλλάξει.
Τους φτύνει ο τρελός που χρόνια τους καλάρεσε, τώρα απέχει γιατί έτσι του την βάρεσε.
Μικρέ μου επίγονε σε καλώ να κυβερνήσεις, έχεις εικόνες και χιλιάδες αφηγήσεις,
κρατάει η σκούφια σου από μεγάλο τζάκι, στην χώρα αυτή η εξουσία πάει τρενάκι.
Μικρέ μου επίγονε να ξέρεις ο προκάτοχός σου ήταν επίσης εκλεκτός κι όχι εχθρός σου
κι εκείνον για έξι χρόνια στο δεξί μου είχα στολίδι, για 'σένα έφτιαξα χώρο στο αντικρινό μου αρχίδι.