Ο πικραμένος κυβερνήτης και το πλήρωμα των πληρωμένων συνοδών
σας καλωσορίζουν στη σημερινή πτύση (αιμόπτυση για την ακρίβεια):
– Τι έχει το κάστρο των αστών και στέκει μαραμένο;
Μήνα χαλάζι το βαρεί, μήνα βροχή το φτύνει;
– Ουδέ χαλάζι το βαρεί, μηδέ βροχή το φτύνει
μόν’ γίνεται πια βασιλιάς ο κάθε πικραμένος
και οι αστοί τα παίζουνε, θέλουν εμπειροτέχνη
γιατί αλλιώς η συφορά θα φάει όλα τα κάστρα.
– Τι λες Ξενερωτόκριτε; Τα λόγια σου ξυράφια!
Συμβαίνουν τέτοια πράματα; Ωιμέ της Ευρωλάνδης

που στέλνει μάτσα τα πουγκιά και στοίβες τα μπαξίσια
να μοιραστούνε στους αστούς, να ταϊστούν κοράκια
να ‘χουν να τρώνε οι άρχοντες, να πληρωθούνε τόκοι
κι από τα περισσεύματα να βγουν παραγγελίες
να φτιάχνει ο Γιόχαν με τον Φραντς γερμένα υποβρύχια
και εις υγεία να γυρνά η ρόδα των κορόιδων.
– Αυτά είν’ Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα
μα έχει και χειρότερα: μήπως είδες τη μούρη
του Χεριχέρη, που ‘φτασε ως κάτω στα πλακάκια
και που διπλομαράθηκε απ’ τις αποστασίες;
– Ασε δικέ μου. Τι μου λες; Ξέχασε τα δικά του;
Ο τύπος είναι άπαιχτος, άσος στην κωλοτούμπα!
Τι μου ζητάς, να λυπηθώ; Τα ρούχα μου να σκίσω
που φύγαν’ τα φυντάνια του και πήγανε στον άλλο
της κωλοτούμπας μάστορα; Παράτα μας καημένε…
– Θαρρώ πως η συναίσθηση σου λείπει Αρετούσα
μα θα ‘ρθει η δεκαεφτά του Θεριστή και τότε
θα δεις τον μέγα κίνδυνο της πολυκατοικίας
που αν πέσει, πάει ο ακάλυπτος, χάνεται η πρασιά της.
– Μη συνεχίζεις. Χέστηκα! Και μη μου τα γυρίσεις
και πάει η συζήτηση σ’ Αλέξη ή σ’ Αλέκα
διότι ξαναχέστηκα! Κι ας σου φαντάζει κάπως
σα δε γροικάς, δε σκέφτεσαι, δεν κρίνεις και δε νοιώθεις.