Της γαλάζιας θάλασσας η απεραντοσύνη, ω δόξα του Αρχιμήδη και
μούσα μου γλυκιά,
κρατάει στον αφρό της τα υπερωκεάνια, τις βάρκες τα
γκαζάδικα, τα αντιτορπιλικά
κι έχουν τα πλοία απάνω τους για να τα κυβερνά, καπετάνιους
μακαρίως επιπλέοντες
και Ροβεσπιέρους και Δαντών και Ναπολέοντες, χωρίς αυτούς η
γη τι θα γινόταν πια.
Και θα ‘τανε αχρείαστα τόσα χρυσά μανίκια, δεν θα ‘φτανε ο
Κολόμβος ως την Αμερική
στον κόσμο αν δεν υπήρχανε άνθρωποι και ποντίκια την τύχη τους
να βρίζουνε κάτω στη μηχανή.
Όσοι σκούζουν «προχωρήστε οι μπροστινοί» κι όσοι κλείνουνε
τη θλιβερή πορεία
στην ατέλειωτη της πλέμπας λιτανεία για να πάνε πιο μπροστά
όλοι μαζί.
Καράβι ταξιδεύει χωρίς τον καπετάνιο -αν και κομμάτι δύσκολο
νομίζω πως μπορεί
να πάει στον πάτο σούμπιτο χωρίς να ‘χει ρουφιάνο, είναι μια
επιστήμη της θάλασσας κι αυτή
κι αν τύχαινε να στριμοκωλιαστώ κι αν δεν ήξερα αλλιώς να
επιβιώνω
και τα στιχάκια μου στους ώμους να σηκώνω, ποιος ξέρει αν
δεν κάρφωνα κι εγώ…
Έτσι λοιπόν τραγούδαγε ένας τραγουδοφτιάχτης, ρεμβάζοντας τη
θάλασσα από την κουπαστή
μα κάπου παραπάτησε κι έπεσε στα νερά της κι όμως κανείς δεν
του ‘ριξε σωσίβιο να πιαστεί
Του πλοίου ο τελμπεχανάς ήταν κι ο ακαμάτης, συνέχεια τη
λουφόβγαζε κι ας ήταν σκέτος ναύτης
συνέχεια τη λουφόβγαζε κι έπαιζε μουσική και όλοι του
ζηλεύανε την τέχνη του αυτή.
Μα ο άη Νικόλας –άγιε μου, μεγάλη σου η χάρη- πώς έτσι του
τη βίδωσε δε μάθαμε ποτέ
βάζει μια νάρκη ο κόπανος το πλοίο να φουντάρει και ένα
καρχαρία να φάει το χαφιέ
και έστειλε στον ποιητή ένα μικρό δελφίνι κι αφού απ’ τα
πετρέλαια πρώτα καλά τον πλύνει
να τον αφήσει -το γιατί, εμένα μη ρωτάς- στο χρυσό χαμόγελο
μιας ακρογιαλιάς…

