Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαϊκή Μούσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαϊκή Μούσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Διαμάντια λαϊκής μούσας, δια μαντεια λαϊκισμού σας


Αγαπητά μου παιδιά


Μπορεί ο Λουκιανός (ποιος Κηλαηδόνης ρε;) από την πολύπαθη Συρία
–πλην πολιτογραφημένος Έλλην κι αυτός–
να έγραψε τους «νεκρικούς διαλόγους», όμως στο πέρασμα των αιώνων (ε, όνων)
η ελληνίς λαϊκή μούσα κατέγραψε πλείστους όσους άλλους.
Θα εστιάσουμε σήμερα στους μεσαιωνικούς τοιαύτους, μνημειώδεις διαλόγους μεταξύ ιπποτών ή ποτών
και δεσποσύνων, βασιλιάδων και βασιλισσών, φεουδαρχών και δουλοπάροικων,
κουλάκων και μουζίκων, ευγενών και πλεμπάγιας, λαού και Κολωνακίου.

Ένα από τα είδη των ήδη καταγεγραμμένων διά λόγων διαλόγων, είναι η Τ.Σ.Α.Κ.
(Τρυφερή Συζυγική Αβρή Κρεβατομουρμούρα).
Παρουσιάζουμε σε παγκόσμια αποκλειστικότητα ένα δείγμα που άπτεται
–εμμέσως πλην σαφώς σα φως– του μεσαιωνικού πολιτικού πολιτισμού:


– Τρεις τούμπες κάνεις στη στιγμή και άλλες δυο κατόπι
Αλέξη μπας κι είσαι ζαβό ή απλά τους κοροϊδεύεις;
Στο τέλος θ’ αμφιβάλλουνε ακόμα κι οι δικοί σου
άξαφνα πάνω ανέβηκες, άξαφνα θα κατέβεις.

– Παγώνα και τρυγόνα μου, κάργια και περιστέρα
δίχως τις τούμπες είν’ κλειστός ο δρόμος για τον θώκο.
Πρέπει τη μια να λες αυτό και έπειτα εκείνο
και όταν σου την πέφτουνε, τότε να κάνεις μόκο.



Ένα άλλο είδος είναι ο ξενερωτικός διάλογος. Όπως μαρτυρούν τα δύο συνθετικά
συνθετικά της λέξης (ξένοι και ερωτικός), πρόκειται για ερωτικό διάλογο μεταξύ δύο ξένων. Ιδού ένα δήγμα:

– Σιγά Αγγέλα, με πονάς. Και πρόσεχε το μάτι
κάλλιο αυτό να βγει όπως λέν’, παρά το όνομά σου.
– Antonis, πρώτα τ’ όνομα σου βγήκε. Ασ’ την πλάκα.
Θα σου ‘ρχομαι συνέχεια. Πονάει, μα ξέρω: αρέσει.


Οι διάλογοι όμως δεν περιορίζονται μόνο μεταξύ ετερόφυλων. Ούτε καν και αυτοί ακόμη οι ερωτικοί.
Λαμπρό δείγμα εκείνοι που συγκεντρώθηκαν υπό τον τίτλο «ναζί κανείς ή να μυζεί;», ένα δείγμα των οποίων (ω, πύον!) είναι και το ακόλουθο βουκολικό:

– Μη σε ζορίζει η στενή, σίδερα μη φοβάσαι.
Ορθώσου, μη βαρυγκωμάς. Πονούν τα παλικάρια;
– Έσκισα πρώτα το καλσόν από τη λεβεντιά μου
και αν καρφώσω κι αλλουνούς, θα χάσω το κοπάδι μ’.


Λίγο αριστερότερα στον πίνακα που φιλοτέχνησε με βάση τους διαλόγους και ευρισκόμενος
εις πανικό σε ισπανικό έδαφος ο λαϊκός ζωγράφος Ντομινίκ, διαβάζουμε:

– Και με τον αστυφύλακα και με τον χωροφύλαξ
δεν κάνεις επανάσταση, παρά μονάχα μπίζνες.
– Πού το ‘δες, πού τ’ αντάμωσες, ξεκάθαρα να λέω
πως θέλω επανάσταση; ‘Γω θέλω το γκουβέρνο.


Στη βάση του ίδιου πίνακα που προσομοιάζει με την κόλαση του Δάντη,
τα τιμολόγια-παράδεισο του Πλούταρχου και το καθαρτήριο της τυφλής δικαιοσύνης,
βλέπουμε να βυθίζεται –λόγω ασύλληπτου πλην περιττού βάρους– το πράσινο, βαλτώδες και μουχλιασμένο έρμα
της κοινωνικοπολιτικής μυκητίασης που εμφανίστηκε στη δεκαετία του ’80, μαζί με το AIDS:

– Σαράντα χρόνια στήσιμο δεν έχει ματαγίνει
συγνώμη για το ραντεβού, καλή μου Ιστορία.
– Βρε δε γ@μιέσαι λέω ‘γω που θα σε συγχωρήσω
τα τελευταία σου είν’ αυτά κι απέ ο ήλιος σβήνει.



Τέλος, ας μείνουμε στον χώρο της οσμηρής αποσύνθεσης, παραθέτοντας τον διαζευκτικό διάλογο
που κλείνει το σημερινό αφιέρωμα (αυτά μαζί με πολλά άλλα θα περιέχει το ντοκιμαντέρ
που θα προβληθεί στη μεγάλη τεσσάρα Κωστή από τη ΔΝΤ, τη Δημόσια Νανουριστική Τηφλεόραση):

– Φώτη μου, πες πως μ’ αγαπάς. Πες πως δεν θα μ’ αφήσεις.
Ο λόγος σου συμβόλαιο, φημίζεσαι γι’ αυτόνε.
– Πάει καιρός που σ’ άφησα, εγώ είμαι γυρολόγος.
Και μη με ειρωνεύεσαι, εντάξει; Ηύρα άλλη.


Άδων εις, χορεύοντες όλοι


(Το πώς Τιταν μια ευγενική whore-υγεία από το μέγα χορωδό theo)



Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Ταγοί ου πνεύματος ανήμερα (ω! post αγίου put shoe...)



Ο πικραμένος κυβερνήτης και το πλήρωμα των πληρωμένων συνοδών
σας καλωσορίζουν στη σημερινή πτύση (αιμόπτυση για την ακρίβεια):

– Τι έχει το κάστρο των αστών και στέκει μαραμένο;
Μήνα χαλάζι το βαρεί, μήνα βροχή το φτύνει;
– Ουδέ χαλάζι το βαρεί, μηδέ βροχή το φτύνει
μόν’ γίνεται πια βασιλιάς ο κάθε πικραμένος
και οι αστοί τα παίζουνε, θέλουν εμπειροτέχνη
γιατί αλλιώς η συφορά θα φάει όλα τα κάστρα.
– Τι λες Ξενερωτόκριτε; Τα λόγια σου ξυράφια!
Συμβαίνουν τέτοια πράματα; Ωιμέ της Ευρωλάνδης
που στέλνει μάτσα τα πουγκιά και στοίβες τα μπαξίσια
να μοιραστούνε στους αστούς, να ταϊστούν κοράκια           
να ‘χουν να τρώνε οι άρχοντες, να πληρωθούνε τόκοι
κι από τα περισσεύματα να βγουν παραγγελίες
να φτιάχνει ο Γιόχαν με τον Φραντς γερμένα υποβρύχια
και εις υγεία να γυρνά η ρόδα των κορόιδων.
– Αυτά είν’ Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα
μα έχει και χειρότερα: μήπως είδες τη μούρη
του Χεριχέρη, που ‘φτασε ως κάτω στα πλακάκια
και που διπλομαράθηκε απ’ τις αποστασίες;
– Ασε δικέ μου. Τι μου λες; Ξέχασε τα δικά του;
Ο τύπος είναι άπαιχτος, άσος στην κωλοτούμπα!
Τι μου ζητάς, να λυπηθώ; Τα ρούχα μου να σκίσω
που φύγαν’ τα φυντάνια του και πήγανε στον άλλο
της κωλοτούμπας μάστορα; Παράτα μας καημένε…
– Θαρρώ πως η συναίσθηση σου λείπει Αρετούσα
μα θα ‘ρθει η δεκαεφτά του Θεριστή και τότε
θα δεις τον μέγα κίνδυνο της πολυκατοικίας
που αν πέσει, πάει ο ακάλυπτος, χάνεται η πρασιά της.
– Μη συνεχίζεις. Χέστηκα! Και μη μου τα γυρίσεις
και πάει η συζήτηση σ’ Αλέξη ή σ’ Αλέκα
διότι ξαναχέστηκα! Κι ας σου φαντάζει κάπως
σα δε γροικάς, δε σκέφτεσαι, δεν κρίνεις και δε νοιώθεις.


Το μπλογκ, Άκη, ευχαριστεί τον theo γιατι να γενεί whore υγεία των ΣΤ΄ ήχων και τείνει σ' αγωγή


Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Η λαϊκή μου suck σαν άχτι πάει...


Η Μάρω η miss-πάνοπλη, πίσω απ’ το τρέμουλό της
ξεθάρρευε, δυνάμωνε κοιτώντας τα γουρούνια.
Βλέπεις, ήταν και το prestige, μη πουν ότι δειλιάζει
κι απ’ το χαγιάτι έκραζε προς τα παπαγαλάκια:
– Περνώ και θα ξαναπερνώ στα τσιμεντένια αλώνια
όπου αλωνίζουν είκοσι και ωρύονται χιλιάδες
γιατί ‘μαι η Μάρω η τρανή, φοβέρα δεν λογιάζω
πρέπει να δείχνω δυνατή, μη φαίνεται η τρεμούλα…
Γω τα νεράντζια τα μασώ, βουτάω στα γιαούρτια
τις μούντζες δεν φοβήθηκα. Κι αν σκιάχτηκα λιγάκι
θα βάλω τσάτσους εκατό, ρουφιάνους δυο χιλιάδες
θα έχω και τις κάμερες στραμμένες προς τη πλέμπα.

Κι η μάνα της στο λιακωτό κουνούσε το κεφάλι
με νόημα και πάσχιζε πώς να τη συνεφέρει:
– Πού πας μωρή ξεβράκωτη, μωρή αλλοπαρμένη
που αν πάρουν απόφαση, λάχανο θα σε φάνε.
Εδώ αυτοί οι ξυπόλητοι μονάχα με νεράντζια,
με πέτρες και εδώδιμα, με λίγες τρακατρούκες
και σου ‘καναν τόσα πολλά, τσαλάκωσαν το image!
Σκέψου η μάχη να ‘τανε ωσάν ίσος προς ίσο
σκέψου να είχαν λογική και θέληση μια στάλα
να ‘χαν αυτοοργάνωση, συνείδηση και σθένος…

Μα σαν κοιτάζουν παρακεί, ακούνε την Αλέκα
(μια κόρη κοντοχωριανή που ‘χε ένα χωράφι
και από κει δεν κίναγε που να χαλάσει ο κόσμος)
να λέει πάλι για δεινά, ξανά για προβοκάτσιες
που ερχόταν μια από ζερβά κι από δεξιά την άλλη
ενώ δεν ωριμάζανε ποτέ τους οι συνθήκες.

Προσπέρασαν, την άφησαν και τρέξαν’ στις εξέδρες
σταθήκαν’ και περίμεναν να δουν τι έχει να γίνει.
Καμάρι είχαν τα πρόβατα, καμάρι και τα γίδια
καμάρι και τα άλογα οπού τα καβαλάνε
καμάρι ο τραπεζοτσολιάς, το ίδιο κι οι σταβλίτες
σαν το καμάρι του γαμπρού με τις πολλές κουνιάδες.
Πίσω βέβαια έτρεμε τρελά το φυλλοκάρδι
καθώς, να, κοντοζύγωνε του Μάρτη η 25η..

Κωλο-κοτρόνες


(theo Chef, χαρη στο γιατί να γενεί whore υγεία των ΣΤ΄ ήχων...)

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Οι λαοι κοιμούσα κι ολα οικος, υπνος...


από τον (θαυμαστό) κόσμο Mundo Quino, 1963
– Τα ‘μαθες Ψωροκώσταινα τα θλιβερά μαντάτα;
Μπορεί ο χρόνος ν’ άλλαξε μα ίδια είν’ τα… data.

– Κατέχω το κι ο κύρης σου νύχτα έφυγε και πάει
κι άφησε πίσω τον Λουκά για να σε αποφάει.

– Μωρή ζουρλή, μωρή ζαβή, μωρή αλλοπαρμένη
αφού άλλοι ορίζουνε, εμένα τι μου μένει;

– Τι να σου μείνει έρμε κι εσέ, για κοίτα στον καθρέφτη
που σκουληκιάζεις, προσκυνάς, βορά του κάθε κλέφτη.

– Για μάζεψε τα λόγια σου, γιατί εγώ δεν βρίζω
κι αν συνεχίζεις άτιμη (σημ: ΑΤΜ στο κείμενο) να, σε καταχερίζω.

– Αθίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω
σιγά να μην καταδεχτώ εσένα πια να βρίσω.

– Γιατί Αρετούσα; Πέθαινες για μένανε νομίζω.
Τι έγινε; Το μάτι σου άλλο δεν το γεμίζω;

– Το μάτι μου το άδειασες, άδειος κι εσύ αντάμα
και από ρήγας έγινες μία καημένη ντάμα.

– Για να σου πω! Για πρόσεξε, σ’ εμένα μη τη βγαίνεις
γιατί είμαι υπόδειγμα όλης της οικουμένης.

– Χα! Ιδέστε μούτρα σύντροφοι, ο «αγανακτισμένος»
στις στάχτες μύθων κάθεται! Τι πρέζα, ο καημένος…

– Οχι! Βγήκα στο Σύνταγμα, πήγα σε λιτανείες
mail αποκαλυπτικά στέλνω μα και ταινίες.

– Και περιμένεις άμοιρε να σηκωθούν οι άλλοι
κι αφού «ζυγίσεις» ίσως πας κι εσύ. Αχ, μαύρο χάλι.

– ‘Γω ο Ξενερωτόκριτος έχω υποχρεώσεις
δάνεια, κάρτες, κέρατα, βροχή πέφτουν οι δόσεις.

– Το δυο χιλιάδες δώδεκα ήρθε συφοριασμένε
κι ακόμα γλείφεις ψίχουλα που σου πετούν καημένε.


Το μπλογκάκι ευχαριστεί τον theo γιατί ναι βγαινει κι η whore υγεία της «λαοι kiss mousse ass»
που τραΓουδή εύστοχα το άσμα «λαοί φιλούν αφρόκωλους»