Αυτή η τελική "κυριαρχική" χειρονομία (σ.σ. η φιλανθρωπία) επιτρέπει στον καπιταλιστή να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο της επ' άπειρον διευρυνόμενης αναπαραγωγής, του να κερδίζει χρήματα απλώς για να κερδίζει περισσότερα χρήματα. Όταν δωρίζει τον συσσωρευμένο πλούτο του για το κοινό καλό, ο καπιταλιστής αρνείται τον εαυτό του ως απλή ενσάρκωση του κεφαλαίου και της αναπαραγωγικής κυκλοφορίας του· η ζωή του αποκτά νόημα. Η διευρυμένη αναπαραγωγή παύει πλέον να είναι αυτοσκοπός. Επιπλέον, ο καπιταλιστής επιτυγχάνει με αυτόν τον τρόπο τη μετάβαση από τον έρωτα στο θυμό, από τη διαστροφική "ερωτική" λογική της συσσώρευσης στην επιθυμία για δημόσια αναγνώριση και φήμη. Τούτο σημαίνει ότι, σε τελική ανάλυση, πρέπει να θεωρήσουμε μορφές όπως ο Σόρος ή ο Γκέιτς ως προσωποποιήσεις της εγγενούς αυτοαναίρεσης της καπιταλιστικής διαδικασίας καθαυτήν: το φιλανθρωπικό έργο τους -οι τεράστιες δωρεές τους για δημόσια ευημερία- δεν είναι απλώς απότοκο της προσωπικής τους ιδιοσυγκρασίας. Άσχετα από το αν είναι ειλικρινείς ή υποκριτικές, αποτελούν τη λογική κατάληξη της καπιταλιστικής κυκλοφορίας και είναι αναγκαίες από αυστηρά οικονομική άποψη, αφού επιτρέπουν στο καπιταλιστικό σύστημα να αναβάλει την κρίση του. Αποκαθιστούν την ισορροπία -ένα είδος αναδιανομής τού πλούτου υπέρ των πραγματικά ενδεών- αποφεύγοντας μια μοιραία παγίδα: την ολέθρια λογική της μνησικακίας, από πλευράς των τάξεων που υφίστανται την εκμετάλλευση, και της αναγκαστικής κρατιστικής αναδιανομής του πλούτου, που μόνο σε γενικευμένη δυστυχία μπορεί να οδηγήσει. Προλαμβάνουν επίσης, θα μπορούσε να προσθέσει κανείς, τον άλλο τρόπο αποκατάστασης ενός είδους ισορροπίας και διατράνωσης του θυμού μέσω της κυριαρχικής δαπάνης, δηλαδή τους πολέμους...
Αυτό το παράδοξο σηματοδοτεί μια καίρια δυσχέρεια της εποχής μας: ο καπιταλισμός σήμερα δεν μπορεί να αναπαραχθεί μόνος του. Χρειάζεται την εξωοικονομική φιλανθρωπία για να συντηρεί τον κύκλο της κοινωνικής αναπαραγωγής.
Slavoj Žižek (Βία, έξι λοξοί στοχασμοί)
