Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 25 Μάρτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 25 Μάρτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Η λαϊκή μου suck σαν άχτι πάει...


Η Μάρω η miss-πάνοπλη, πίσω απ’ το τρέμουλό της
ξεθάρρευε, δυνάμωνε κοιτώντας τα γουρούνια.
Βλέπεις, ήταν και το prestige, μη πουν ότι δειλιάζει
κι απ’ το χαγιάτι έκραζε προς τα παπαγαλάκια:
– Περνώ και θα ξαναπερνώ στα τσιμεντένια αλώνια
όπου αλωνίζουν είκοσι και ωρύονται χιλιάδες
γιατί ‘μαι η Μάρω η τρανή, φοβέρα δεν λογιάζω
πρέπει να δείχνω δυνατή, μη φαίνεται η τρεμούλα…
Γω τα νεράντζια τα μασώ, βουτάω στα γιαούρτια
τις μούντζες δεν φοβήθηκα. Κι αν σκιάχτηκα λιγάκι
θα βάλω τσάτσους εκατό, ρουφιάνους δυο χιλιάδες
θα έχω και τις κάμερες στραμμένες προς τη πλέμπα.

Κι η μάνα της στο λιακωτό κουνούσε το κεφάλι
με νόημα και πάσχιζε πώς να τη συνεφέρει:
– Πού πας μωρή ξεβράκωτη, μωρή αλλοπαρμένη
που αν πάρουν απόφαση, λάχανο θα σε φάνε.
Εδώ αυτοί οι ξυπόλητοι μονάχα με νεράντζια,
με πέτρες και εδώδιμα, με λίγες τρακατρούκες
και σου ‘καναν τόσα πολλά, τσαλάκωσαν το image!
Σκέψου η μάχη να ‘τανε ωσάν ίσος προς ίσο
σκέψου να είχαν λογική και θέληση μια στάλα
να ‘χαν αυτοοργάνωση, συνείδηση και σθένος…

Μα σαν κοιτάζουν παρακεί, ακούνε την Αλέκα
(μια κόρη κοντοχωριανή που ‘χε ένα χωράφι
και από κει δεν κίναγε που να χαλάσει ο κόσμος)
να λέει πάλι για δεινά, ξανά για προβοκάτσιες
που ερχόταν μια από ζερβά κι από δεξιά την άλλη
ενώ δεν ωριμάζανε ποτέ τους οι συνθήκες.

Προσπέρασαν, την άφησαν και τρέξαν’ στις εξέδρες
σταθήκαν’ και περίμεναν να δουν τι έχει να γίνει.
Καμάρι είχαν τα πρόβατα, καμάρι και τα γίδια
καμάρι και τα άλογα οπού τα καβαλάνε
καμάρι ο τραπεζοτσολιάς, το ίδιο κι οι σταβλίτες
σαν το καμάρι του γαμπρού με τις πολλές κουνιάδες.
Πίσω βέβαια έτρεμε τρελά το φυλλοκάρδι
καθώς, να, κοντοζύγωνε του Μάρτη η 25η..

Κωλο-κοτρόνες


(theo Chef, χαρη στο γιατί να γενεί whore υγεία των ΣΤ΄ ήχων...)

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

Παπούληδες δεν είσαστε αγνοί...


Στις 25 Μάρτη που έχετε γιορτή
μια τούρτα από κόλυβα θα σας ζαχαροπλάσω
που θα 'χει την εξής επιγραφή:
"Παπούληδες δεν είσαστε αγνοί"
και μ' αυτήν με τα τανκς θα παρελάσω.
Και ο γενναίος Παλαμάς ας με συγχωρέσει
που απ' το δικό του δεν θα πιω Αθάνατο κρασί
όλη αυτή του η έξαρση εμένα δεν μ' αρέσει
δεν πάει με την περίσταση αυτή.
Τα άπλυτα του αγώνα πια τα έχουμε ξεχάσει
και περπατώντας έτσι προς το θρύλο βαρετά
πρόγονοι λαχανιάσατε και έχετε σωπάσει
το χώμα που σας σκέπασε πατάνε τα στρατά
μήπως και ξεφυτρώσετε από τη γή ξανά
μήπως χαλάσει η ζωγραφιά που σας είχαμε φτιάξει.
Και δώσ' του κάθε χρόνο το ίδιο το βιολί
τώρα που τους εμφύλιους τους ξέκανε η λήθη
τώρα το έθνος σύσσωμο σας ευγνωμονεί,
φέτος θα φάμε απ' το ίδιο παραμύθι.
Κοιτώντας των ματιών σας κείνη δα την πονηράδα
στρίβοντας το μουστάκι μου μελαγχολικά
αναρρωτιέμαι σ' όλο αυτό που λέγεται Ελλάδα
αν θα 'βρισκα μια θέση τελικά.
Και κάθομαι αναιδέστατα και σας κουτσομπολεύω
πρόσωπα και εικόνες ψάχνω να ξαναβρώ
μέσα στο τραγουδάκι μου σας ξαναζωντανεύω
σαν ψώνιο προγονόπληκτο και παρανοϊκό,
σας κάνω το μνημόσυνο, σας καίω λίγο λιβάνι
τα όπλα σας δεν άντεξαν στου χρόνου τη φθορά
τώρα βαρέθηκαν για σας ν' ακούν και τα παιδιά σας
που ξέρουνε μια γειτονιά, που λένε Μακρυγιάννη
κι έναν Καραϊσκάκη γήπεδο, κάτω στον Πειραιά.
Και κάθομαι αναιδέστατα και σας κουτσομπολεύω
πρόσωπα και εικόνες ψάχνω να ξαναβρώ
μέσα στο τραγουδάκι μου σας ξαναζωντανεύω
σαν ψώνιο προγονόπληκτο και παρανοϊκό,
σας κάνω το μνημόσυνο, σας καίω λίγο λιβάνι
τα όπλα σας δεν άντεξαν στου χρόνου τη φθορά
τώρα βαρέθηκαν για σας ν' ακούν και τα παιδιά σας
που ξέρουνε μια γειτονιά, που λένε Μακρυγιάννη
κι έναν Καραϊσκάκη γήπεδο, κάτω στον Πειραιά.
Τώρα το φωτοστέφανο της δόξας σάς ανήκει
ένας ληστής αντικρυστά στης γκιλοτίνας τη φρίκη
ένα αγοράκι ψάχνει τη μάνα του να βρει
στο πλήθος και στο χέρι του κρατάει σημαιάκι
κι εγώ που ψάχνω να σας βρω στις 25 Μάρτη.

Στίχοι, μουσική, ερμηνεία: Βασίλης Νικολαΐδης, από το άλμπουμ "Ελλάς"

Στο άκουσμα της λέξης "Ελλάς" συγκινείται και ανεμίζει το σημαιάκι ο μικρός Τζιμάκος.

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Ο κρίνος του Ιωσήφ


 «Ο Εβαγκελισμός τις Θεωτόκου.»

Ο λουκάς εβαγκελίστικε ότι θα γενιθή ο χριστός.
τότε ο θεός πέζη μια τ ανγκέλου κε λέει του. γλάκα μωρέ στη γη να βρίς το μαριό κε να του ιπής πως θα γενήσι το χριστό. κράθιε του και τούτονε το κρινο. θα δεχτεί πιο εύκολα.
κε ετσά γλακά ο άνγκελος στη γη επίγε κι ίβρικεν το μαριό και ίπε του.
μαρία εσι δε το κατές μα είσαι βαρεμένο γιατι θα γενήσις το χριστό.
κε το μαριό τότε λεει. όφου! όφου! ίντα παθα! Κε ίντα νε τανά απού μου μιλίς. ας ειναι όμως. θα τονε γενήσο το χριστό... ποιος άντρας όμως θα με παντρευτί;
και ίπετζι ο άνγκελος.
μι στενοχοράσε συ μαριό
κε επίε ο άγκελος στον Ιωσηφ κε του λεει.
ιωσιφ το μαριό ειναι βαρεμένο απο το θεο κε θα γενήσι το χριστό. συ ομως θα το παντρευτίς κε δε θα σε νειάζι πράμα.
τότε ο ιωσίφ που δεν επίστεψε λέξι απο τα λόγια του ανγκέλου επαντρεύτικε το μαριό.
κε όντενε γενούσε έδωκε τιν εντολί να σφάξουνε όλα τα μορά του κόσμου

(έκθεση μαθητή της ΣΤ' τάξης δημοτικού σχολείου του Νομού Ηρακλείου)