Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

Αφήγηση...


Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
κανείς δεν ξέρει να πει γιατί
κάποτε νομίζουν πως είναι οι χαμένες αγάπες
σαν κι αυτές που μας βασανίζουνε τόσο
στην ακροθαλασσιά το καλοκαίρι με τα γραμμόφωνα
Οι άλλοι άνθρωποι φροντίζουν τις δουλειές τους
ατέλειωτα χαρτιά παιδιά που μεγαλώνουν, γυναίκες που γερνούνε δύσκολα
κι αυτός έχει δυο μάτια σαν παπαρούνες
σαν ανοιξιάτικες κομμένες παπαρούνες
και δυο βρυσούλες στις κόχες των ματιών
Άλλοι τον άκουσαν να μιλά μοναχό καθώς περνούσε
για σπασμένους καθρέφτες πριν από χρόνια
για σπασμένες μορφές μέσα στους καθρέφτες
που δεν μπορεί να συναρμολογήσει πια κανείς
Άλλοι τον άκουσαν να λέει για τον ύπνο
εικόνες φρίκης στο κατώφλι του ύπνου
πρόσωπα ανυπόφορα από τη στοργή
Τον συνηθίσαμε· είναι καλοβαλμένος κι ήσυχος
μονάχα που πηγαίνει κλαίγοντας ολοένα
σαν τις ιτιές στην ακροποταμιά που βλέπεις απ' το τρένο
ξυπνώντας άσχημα κάποια συννεφιασμένη αυγή
Τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτα
σαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει
και σας μιλώ γι' αυτόν γιατί δε βρίσκω τίποτα
που να μην το συνηθίσατε...
προσκυνώ...

Γιώργος Σεφέρης

2 σχόλια:

  1. Μπράβο φύλλε! Χτύπησες φλέβα, τραγούδι που έπρεπε και που δεν ακούστηκε όσο έπρεπε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ναι. Ο Μίλτος έδεσε τέλεια την ηλεκτρική κιθάρα με το λυρισμό του Σεφέρη.
    Δεν είναι από "τα πράγματα που έχουμε συνηθίσει
    και σου μιλώ γι' αυτά γιατί δε βρίσκω τίποτα
    που να μην το συνηθίσαμε..."

    προσκυνώ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή